- Διαφήμιση -
Print Friendly, PDF & Email

«Ζωγραφίζω όπως αναπνέω, ζωγραφίζω τα πράγματα όπως τα σκέφτομαι και όχι όπως τα βλέπω»

Αυτές οι λίγες φράσεις του εμβληματικού καλλιτέχνη του 20ου αιώνα θα μπορούσαν να κάνουν πολλούς να κατανοήσουν λίγο καλύτερα τον τρόπο που αποτύπωνε τις σκέψεις του επάνω στον καμβά. Το να μεγαλώνεις σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, μάλλον δεν σου δίνει πολλές επιλογές. Ή θα σταθείς απέναντι σε αυτό που βλέπεις να θεριεύει ή θα το αφήσεις να σε παρασύρει. Ο Ισπανός ζωγράφος, ευτυχώς, επέλεξε την πρώτη οδό κι ίσως αυτή η διεισδυτική και τολμηρή ματιά του να είναι εκείνη που του χάρισε δικαίως μία αμετάβλητη θέση στην ιστορία της τέχνης, αλλά και της ανθρωπότητας.

Η ευφυία του Πάμπλο Πικάσο, που έτσι κι αλλιώς δεν εξαντλείται μέσα σε λίγες γραμμές, θα μας απασχολήσει από μία άλλη οπτική. Βουτάμε στην ποιητική του γραφή όπως αποκαλύπτεται στο «Ένα κομμάτι δέρμα», εξερευνούμε έναν λαχανόκηπο μέσα από θεατρικό έργο «Τα τέσσερα κοριτσάκια» και συλλογιζόμαστε διαβάζοντας το βιβλίο «Σκέψεις για την Τέχνη» που αποτελεί ένα καταγεγραμμένο σύνολο από αποσπάσματα συνομιλιών και συνεντεύξεων του.

Ορμώμενοι από τα τρία αυτά σημεία αναφοράς μαζί με θραύσματα λέξεων που βρήκαμε ξεφυλλίζοντας και ψάχνοντας λίγο παραπάνω θα αναζητήσουμε την λογοτεχνική του πλευρά. Άλλωστε ο ίδιος είχε πει πως «κατά βάθος είμαι ένας ποιητής που πήρε λάθος δρόμο…»

Ο πατέρας του κυβισμού εκφραζόταν ελεύθερα, ενώ η σκέψη του έδειχνε έναν άνθρωπο συγκροτημένο, με τοποθέτηση και καθαρή ματιά πάνω στις εξελίξεις και στα ζητούμενα της εποχής του. Η διαύγεια πνεύματος και η αγωνιστικότητα του απέναντι σε εκείνα που θεωρούσε άδικα και φρικτά, δεν επιδέχονταν εκπτώσεων. Το 1949 μαζί με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες της τέχνης ζητάει την απελευθέρωσή του Ναζίμ Χικμέτ που είχε φυλακιστεί από τις τουρκικές αρχές. Τρία χρόνια αργότερα, το 1952, μετρώντας τις πληγές και τα συντρίμμια που είχε αφήσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, υπογράφει από κοινού με τον Ανρί Ματίς ένα άρθρο με τίτλο «Το διάγγελμα για την ειρήνη».

Η Ποίηση

Το εκτενές ποίημα «Ένα Κομμάτι Δέρμα» (πρωτότυπος τίτλος: Trozo de Piel) φανερώνει τη διάθεση του να παίξει με τις λέξεις, όπως έκανε με τα χρώματα και τα σχήματα. Τα σημεία στίξης εμφανίζονται σπάνια και δημιουργούν έναν χείμαρρο που οδηγεί από τη μία εικόνα στην άλλη. Αναφορές σε αποχρώσεις και απλά αντικείμενα συνθέτουν ένα τοπίο διαρκούς αναζήτησης. Σύμφωνα με τον Ισπανό Καμίλο Χοσέ Θέλα, εκδότη και συγγραφέα, αυτό είναι το πρώτο του ποίημα που γράφεται και εκδίδεται στη μητρική του γλώσσα. Ακριβώς αυτός μπορεί να είναι και ο λόγος που ο Πικάσο φαίνεται να ξετυλίγει με αυτήν την αφήγηση το νήμα των παιδικών του αναμνήσεων, αναβιώνοντας εικόνες λουσμένες από το φως του ισπανικού τοπίου. Ο ήλιος και η καθημερινή ζωή αποκαλύπτονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη:

«η θάλασσα και τα κύματα και τα
ψάρια η πεδιάδα και τα πρόβατα (…)
αμύγδαλα κάστανα φουντούκια
και σταφύλια πέρδικες ορτύκια καρδερίνες
βασιλικός δεντρολίβανο λεβάντα»


Τίποτα δεν εκπλήσσει βέβαια, καθώς δεν υπήρχαν παγιωμένες μορφές και νόρμες στο έργο του. Ο τρόπος αποτύπωσης και απόδοσης όσων τον προβλημάτιζαν μεταβαλλόταν διαρκώς, σαν ένα ατέλειωτο παιχνίδι αναμέτρησης με τον ίδιο του τον εαυτό.

Η θεατρική γραφή

Καταπιάνεται με δύο θεατρικά έργα, το πρώτο τοποθετείται μεταξύ 1941 με 1945 «Ο πόθος πιασμένος από την ουρά», ενώ το 1947 ξεκινάει την εργασία για «Τα τέσσερα κοριτσάκια» που βλέπουν το φως της κυκλοφορίας το 1968.

- Διαφήμιση -

Το χρώμα είναι κι εδώ παρόν. Σαν να μην μπορεί να το απεκδυθεί ακόμα κι αν το ήθελε. Τον ακολουθεί και πρωταγωνιστεί ακόμα και στα γραπτά του.

«Μας λείπει ο ήλιος, βρέχει. Το γέλιο των λουλουδιών μου ξεσχίζει το φόρεμα με τ’ άσπρα και σταχτοπράσινα καρρώ…»
Με λόγο βγαλμένο κι επηρεασμένο σε μεγάλο βαθμό από την σουρεαλιστική αισθητική οι μικρές πρωταγωνίστριες κινούνται στο φαντασιακό περιβάλλον ενός λαχανόκηπου. Στο κέντρο του πότε υπάρχει ένα πηγάδι, πότε μια μεγάλη βάρκα, πότε ένα φεγγάρι και στη μέση ακριβώς του έργου, στην τρίτη πράξη, όλος ο κήπος βρίσκεται μέσα σε κλουβί! Κι όμως, κάθετι έχει θέση σε όλο αυτό το ανορθόδοξο σκηνικό. Το λογικό και το παράλογο συνυπάρχουν σε έναν χώρο όπου οι καταβολές του συγγραφέα από κοινού με την εσωτερική του παρόρμηση μπλέκονται και κινούν ενορχηστρωμένα τα νήματα. Η μετάφραση του Ανδρέα Εμπειρίκου σίγουρα συμβάλλει στην καλύτερη παρουσίαση της αρχικής πρόθεσης του Πικάσο.

«Ας παίξουμε ένα δράμα. Ας διαρρυθμίσουμε τη σκηνή εμπρός στο πηγάδι και ας μεταμφιέσουμε τα δέντρα σε κύματα. Εσύ θα είσαι το ναυάγιο, εσύ ο κεραυνός και εγώ το φεγγάρι», λένε κάποτε τα κοριτσάκια…

Η Γκερνίκα

Μέσα σε αυτή την ευφάνταστη διαδρομή υπάρχει μία ημερομηνία κομβική. Μία ιστορική στιγμή κατά την οποία η φρίκη φαντάζει τόσο μεγάλη που δεν υπάρχει χώρος για ίχνος χρώματος, ούτε για κοριτσάκια που αναζητούν καλοκαιριάτικα τραγούδια και γραμμές από κιμωλίες. Ήταν 26 Απριλίου του 1937 όταν μία πόλη της Ισπανίας πέρασε στην αθανασία, βυθίζοντας όλον τον πολιτισμένο κόσμο σε θλίψη. Ο Πικάσο συγκλονίζεται και το χρώμα χάνεται. Σε εκείνη την περίπτωση δεν υπάρχει επιλογή. Η βαθιά ανάγκη τοποθέτησης δίχως περιττές φλυαρίες πετάει το χρώμα εκτός κάδρου. Το διώχνει βίαια και απότομα, όπως ακριβώς τα ναζιστικά αεροπλάνα βομβάρδισαν αιφνίδια την ίδια τη ζωή και την ξερίζωσαν από την πόλη της Γκερνίκα.
Το αποτέλεσμα της εικαστικής απάντησης του Πικάσο απέναντι σε αυτήν τη θηριωδία αναδεικνύει αυτό το εμβληματικό έργο ως τον έναν και μοναδικό ιστορικό πίνακα του 20ου αιώνα και όχι αδίκως. Δεν απεικονίζεται ένα ιστορικό γεγονός, αλλά το γεγονός είναι ο ίδιος ο πίνακας. Για τον ίδιο τον ζωγράφο αυτό το συμβάν είναι «ο προάγγελος μιας αποκαλυπτικής τραγωδίας». Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής του Παρισιού, όταν τον πλησιάζουν Γερμανοί κριτικοί να του μιλήσουν για την Γκερνίκα, απαντά δίχως υπεκφυγές πως «δεν την έκανα εγώ, εσείς την κάνατε».

O πίνακας επιστρέφει στην Ισπανία το 1981, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και βρίσκεται στο μουσείο Reina Sofía, στη Μαδρίτη

Οι Στοχασμοί

Οι απόψεις του σχετικά με τον ρόλο και την υπόσταση του καλλιτέχνη όπως αποκαλύπτονται μέσα από το βιβλίο «Σκέψεις για την Τέχνη», καθρεφτίζουν πλήρως τους συλλογισμούς του. Μιλάει για τα έργα τέχνης, για τη θέση του καλλιτέχνη σε σχέση με αυτά, για την ερμηνεία της ιστορίας και της ίδιας του της εποχής. Πιστεύει στην δυναμική του κάθε πίνακα πέρα από τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις: «οι πίνακες είναι έρευνα και εμπειρία (…), ψάχνω συνεχώς (…), ένας πίνακας είναι μία μηχανή αποτύπωσης της μνήμης». Συμπληρώνει πως «η ζωγραφική δεν επινοήθηκε για να διακοσμεί διαμερίσματα. Αποτελεί ένα όπλο επίθεσης και άμυνας εναντίον του εχθρού».

Για τον Πικάσο ο τρόπος έκφρασης σηματοδοτούσε τον τρόπο που επέλεγε να τοποθετηθεί συνολικά στη ζωή του. Καταπιανόταν με διαφορετικές εργασίες, από τη ζωγραφική, τη χαρακτική, τη γλυπτική, τη σκηνογραφία κι έφτανε στην λιγοστή μεν, ενδιαφέρουσα δε συγγραφή και εικονογράφηση κειμένων. Θεωρούσε πως η έλλειψη εργασίας ήταν από τα πιο κοπιαστικά πράγματα, σε αντίθεση με την εγρήγορση, τη σκέψη και την πράξη που κράταγε μέσα της όλη τη ζωή. Παρατηρούσε πολύ και στοχαζόταν ακόμα περισσότερο. Πίστευε στην αξία της δουλειάς, εκείνης που απαιτούσε χειρωνακτική μα και πνευματική εργασία. Αυτό μάλλον τον κράταγε ζωντανό και οξυδερκή. «Έχω καταπληκτική μνήμη. Θυμάμαι σχεδόν όλους τους πίνακες μου. Η γαλάζια περίοδος δεν είχε να κάνει με το φως ή τα χρώματα. Ήταν μια εσωτερική ανάγκη να ζωγραφίσω έτσι».

Εργάζεται και συλλογίζεται ασταμάτητα βρίσκοντας διαρκώς ανατροφοδότηση από το προσωπικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Στις 4 Οκτωβρίου 1944, σε ηλικία 62 ετών μπαίνει στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο Πάμπλο Πικάσο σε μία ζωή που διήρκησε 92 χρόνια κατάφερε να δημιουργήσει μία πλήρη καλλιτεχνική υπόσταση που κινούνταν με ευκολία και άνεση σε διαφορετικά είδη και μορφές έκφρασης. Δεν δίστασε να αλλάξει στυλ και ύφος πολλές φορές αφού τελικά όλα ξεκινούσαν από το φως. «Τα χρώματα είναι απλώς σύμβολα και η πραγματικότητα δεν βρίσκεται πουθενά αλλού παρά μονάχα μέσα στο φως».

Για εκείνον, είχαν μια δυναμική, ίσως, να του θύμιζαν κάτι από τον ισπανικό ήλιο της Μάλαγα που τον έθρεψε. Οι χρωματισμοί στα μάτια και στο νου του φαίνεται πως ανέπνεαν ελεύθερα, μεταφέροντας έννοιες και αξίες που αγκάλιαζαν ολόκληρη τη ζωή.

Επιθυμούσε να αφυπνίζει μα και να παρασύρει. Οι ερμηνείες ενός έργου τέχνης δεν ήταν πάντα απαραίτητη προϋπόθεση ή ζητούμενο της κάθε στιγμής: «Γιατί δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε το κελάηδισμα ενός πουλιού; Γιατί αγαπάμε τη νύχτα, τα λουλούδια, το κάθετι γύρω μας χωρίς να θέλουμε να το κατανοήσουμε»;

Ο παραλληλισμός των χρωμάτων, των μορφών και των σκέψεων συνομιλεί και διατρέχει όλο το έργο ενός από τους επιδραστικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, του σπουδαίου Πάμπλο Ρουίθ Πικάσο.


Βιβλία αναφοράς
Π.Πικάσσο, Ένα κομμάτι δέρμα (1961), Μτφρ: Μάγια Μαρία Ρούσσου, Αθήνα, εκδόσεις Απόπειρα 1987
Π.Πικάσσο, Τα τέσσερα κοριτσάκια (1968), Μτφρ: Ανδρέας Εμπειρίκος, Αθήνα, εκδόσεις Άγρα 1979
Π.Πικάσσο, Σκέψεις για την Τέχνη, Μτφρ: Αλεξάνδρα Δημητριάδη, Γεράσιμος Ιωαννίδης, Αθήνα, Εκδόσεις Printa 2005 (2η ∙ 1η: 2002)
Τζούλιο Κάρλο Αργκάν, Η Μοντέρνα Τέχνη (1970), Μτφρ: Λίνα Παπαδημήτρη, προλογίζει: Νίκος Κεσσσανλής, Αθήνα, Εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2008 (6η ∙ 1η:1998)

- Διαφήμιση -