- Διαφήμιση -

«Το ποδόσφαιρο δεν είναι θέμα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι πολύ περισσότερο», έλεγε ο θρυλικός προπονητής της Λίβερπουλ, Μπιλ Σάνκλι, σοκάροντας πολλούς που θεωρούσαν τη ρήση του κάπως υπερβολική. Διαβάζοντας όμως την ιστορία του Αντρές Εσκομπάρ, καταλαβαίνει κανείς πόσο ρεαλιστικά το έθεσε…

Το 1994 η Κολομβία ζούσε για το επερχόμενο Μουντιάλ των ΗΠΑ, έχοντας μεγάλες φιλοδοξίες για μια λαμπρή πορεία στη διοργάνωση και, γιατί όχι, και την κατάκτηση του τροπαίου. Το ποδοσφαιρικό μείγμα που είχε φτιάξει ο προπονητής της, Φρανσίσκο Ματουράνα, είχε εξάψει τη φαντασία ακόμα και του πιο ονειροπόλου Κολομβιανού: Κάρλος Βαλντεράμα, Ρενέ Χιγκίτα, Φαουστίνο Ασπρίγια, Φρέντι Ρινκόν, Μαουρίτσιο Σέρνα, Ιβάν Βαλεντσιάνο ήταν μερικά από τα ονόματα που υπόσχονταν πολλά. Ίσως πολλά περισσότερα από όσα όντως μπορούσαν…

Η όρεξη είχε ανοίξει ήδη από τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου μεταξύ άλλων οι «καφετέρος» είχαν συντρίψει με 5-0 την Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα. Όλα έδειχναν ότι μια σπουδαία επιτυχία ήταν προ των πυλών.

Το πρόβλημα, όμως, για την Κολομβία ήταν πως το ποδόσφαιρο της χώρας χρηματοδοτούνταν και στηριζόταν εν πολλοίς στους μεγάλους εμπόρους ναρκωτικών. Καρτέλ και συμμορίες στοιχημάτιζαν μεγάλα ποσά στο αν θα προκριθεί η Εθνική τους στην επόμενη φάση του Μουντιάλ, και μάλιστα δεν έμειναν εκεί. Κάποιοι «βαρόνοι» απειλούσαν τους διεθνείς με θάνατο αν δεν προκρίνονταν από τους ομίλους, ενώ άλλοι έκαναν το αντίθετο. Μάλιστα ο μέσος Γκάμπριελ Γκόμεζ δεχόταν πιέσεις να βοηθήσει στο να… μην περάσει, κάτι που τον ανάγκασε να ζητήσει τον αποκλεισμό του από την αποστολή της ομάδας για το μεγάλο ραντεβού των ΗΠΑ.

Το μοιραίο αυτογκόλ

Όπως γίνεται αντιληπτό, το βάρος στα πόδια των παικτών έγινε ακόμα μεγαλύτερο, αφού η υπόθεση πρόκριση είχε λάβει διαστάσεις… ζωής και θανάτου. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα, όταν στο πρώτο παιχνίδι η Κολομβία έχασε με 3-1 από τη Ρουμανία του Χάτζι. Πλέον η νίκη στο παιχνίδι με την οικοδέσποινα Αμερική ήταν επιτακτική.

Το ματς φαινόταν να εξελισσόταν καλά, μέχρι το 34ο λεπτό. Τότε, ο 27χρονος αμυντικός και αρχηγός Αντρές Εσκομπάρ, προσπάθησε να ανακόψει την πορεία της μπάλας μετά από μια μπαλιά στην περιοχή, αλλά δεν τα κατάφερε. Το πόδι του συνάντησε τη μπάλα στη χειρότερη δυνατή στιγμή και την έστειλε κατευθείαν στα δίχτυα της Κολομβίας. Το τελικό σκορ ήταν 2-1 και οι ΗΠΑ πήραν τη νίκη, με μοιραίο παίκτη τον κάπτεν των «καφετέρος»…

Στο τρίτο ματς η Κολομβία νίκησε με 2-0 την Ελβετία, όμως δεν ήταν αρκετό και ο αποκλεισμός ήταν οδυνηρός. Στην Κολομβία έπεσε αθλητικό πένθος, η κατακραυγή ήταν μεγάλη, με κύριο αποδέκτη τον Εσκομπάρ, ο οποίος πέτυχε και το αυτογκόλ που ουσιαστικά αποτέλεσε την ταφόπλακα για τις ελπίδες της Κολομβίας.

- Διαφήμιση -

Ο έμπειρος άσος ήταν ένας πράος χαρακτήρας και ακέραιος άνθρωπος, με αγάπη για την οικογένειά του. Από την αρχή ανέλαβε την ευθύνη και μάλιστα γύρισε πίσω με ψηλά το κεφάλι για να δεχθεί την κριτική που του αναλογούσε. Όλη αυτή η στάση εκτιμήθηκε από τους συμπατριώτες του, οι οποίοι του είχαν αποδώσει το προσωνύμιο «ο τζέντλεμαν των γηπέδων». Μάλιστα ο ίδιος έγραψε τότε και ένα άρθρο στην εφημερίδα «El Tiempo» με το οποίο ζητούσε συγγνώμη σε ολόκληρο το έθνος για την απόδοσή του. Ήταν το μοναδικό αυτογκόλ στην καριέρα του και τελικά το μοιραίο. Στην «απολογία» του είχε καταλήξει με τα λόγια: «Θα σας δω σύντομα, γιατί η ζωή δεν τελειώνει εδώ». 

Η στυγερή δολοφονία του Εσκομπάρ

Τραγική ειρωνεία… Στις 2 Ιουλίου του 1994, μόλις λίγες μέρες μετά την επιστροφή των Κολομβιανών ποδοσφαιριστών στην πατρίδα, ο Αντρές Εσκομπάρ διασκέδαζε με έναν φίλο του στο μπαρ «El Indio», στη γενέτειρά του, το Μεντεγίν. Περίπου στις 3 τα ξημερώματα κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του για να επιστρέψει στην οικογένειά του, όταν τον πλησίασαν τρεις άντρες. Του ζήτησαν τον λόγο για τον αποκλεισμό της Κολομβίας στο Μουντιάλ και στη συνέχεια τον ειρωνεύονταν για το αυτογκόλ με τις ΗΠΑ.

Η στιγμή που ο Αντρές Εσκομπάρ σημειώνει το μοιραίο αυτογκόλ

Ο Εσκομπάρ ήταν περήφανος ως άνθρωπος και δεν ανέχτηκε τις προσβολές για την καριέρα και την αξία του. Αντέδρασε, με τους άντρες να βγάζουν όπλα και να τον πυροβολούν εν ψυχρώ 6 φορές. Ήταν τόση η σκληρότητα και η βαρβαρότητα, που οι δολοφόνοι τους κάθε φορά που τον πυροβολούσαν, φώναζαν ειρωνικά «γκοοοοοολ»…

Οι τρεις δολοφόνοι εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα και ο Εσκομπάρ κειτόταν αιμόφυρτος στο αμάξι του. Οι περαστικοί που τον βρήκαν τον μετέφεραν άμεσα στο νοσοκομείο. Έδωσε μάχη για τη ζωή του, όμως 45 λεπτά αργότερα υπέκυψε. Ο 27χρονος Αντρές Εσκομπάρ ήταν νεκρός και όλοι γνώριζαν τον λόγο. 

Ως δολοφόνος συνελήφθη ο Ουμπέρτο Μουνιόθ Κάστρο, ο οποίος δούλευε ως οδηγός και σωματοφύλακας για τους αδελφούς Γκαγιόν, μια οικογένεια εμπόρων ναρκωτικών που απέκτησαν απεριόριστη δύναμη μετά τον θάνατο του γνωστού Πάμπλο Εσκομπάρ. Μάλιστα, εμπλέκονταν και στον δικό του θάνατο.

Οι Γκαγιόν συμμετείχαν στους «Λος Πέπες», την ομάδα «εγκληματιών» που δημιούργησε η κολομβιανή αστυνομία για να τους βοηθήσουν στο κυνήγι και τη σύλληψη του Εσκομπάρ. Μετά τον θάνατό του, το Δεκέμβριο του 1993, η δύναμη των μικρότερων συμμοριών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Γκαγιόν, αυξήθηκε, καθώς ανέλαβαν και τα δικά του «λημέρια». Στο ντοκιμαντέρ του ESPN με τίτλο «The Two Escobars», παρουσιάζεται η άποψη ότι αν ο Πάμπλο Εσκομπάρ ζούσε, οι Γκαγιόν δεν θα είχαν τολμήσει να σκοτώσουν τον ποδοσφαιριστή…

Ο Κάστρο τράβηξε τη σκανδάλη, όμως όλοι γνώριζαν ότι η εντολή προερχόταν από τους Γκαγιόν, οι οποίοι είχαν στοιχηματίσει στη νίκη της Κολομβίας και έχασαν ένα τεράστιο ποσό με το αυτογκόλ του Εσκομπάρ.

Μετά τη δολοφονία του, ο πατέρας του, ο τραπεζίτης Ντάριο Εσκομπάς, ίδρυσε την οργάνωση Andres Escobar Project, με σκοπό τη βοήθεια και στήριξη σε μη προνομιούχα παιδιά του Μεντεγίν και της ευρύτερης περιοχής, που επιθυμούσαν να παίξουν επαγγελματικό ποδόσφαιρο αλλά δεν είχαν βοήθεια. Το 2002 η δημοτική αρχή του Μεντεγίν τίμησε τη μνήμη του Αντρές Εσκομπάρ με ένα άγαλμα σε κεντρικό σημείο της πόλης. 

- Διαφήμιση -