Οι λέξεις του Χρόνη Μίσσιου φαίνεται πως θα είναι πάντα επίκαιρες, εκεί που o άνθρωπος πολέμα για να μείνει άνθρωπος, εκεί που αγωνίζεται για την ομορφιά αυτού του κόσμου, για τον συνάνθρωπο, για την ελευθερία του, για το σήμερα, για το χαμόγελο.

«Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα,
άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος.
Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη.
Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής.
Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα.
Με το δικό σου βλέμμα.
Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε
«άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα».
Και δεν καταλαβαίνουν
ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.»

«Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες, σαν ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας»

«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου
και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά.
Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη.
Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης.
Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική
για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις,
να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα.
Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής…
Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει,
ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας.
Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική,
τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας,
το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.”
Απόσπασμα από το “Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;”
Εκδόσεις Γράμματα, 1988
Για τον Χρόνη Μίσσιο
Ο Χρόνης Μίσσιος (1930-2012), συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι.
Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας. Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός.
Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία.
Πληροφορίες από την ιστοσελίδα www.chronismissios.wordpress.com