- Διαφήμιση -

Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που άλλαξε τον ρου της ιστορίας ήταν η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου του 1453. Η μέρα που σημάδεψε τον Ελληνισμό και σήμανε την αρχή μιας σκοτεινής περιόδου για όλη την Ευρώπη και τον Δυτικό Κόσμο. Οι 54 ημέρες από την έναρξη της πολιορκίας της Πόλης από τον σουλτάνο Μεχμέτ ζωντανεύουν με έναν μοναδικό τρόπο μέσα από το βιβλίο του Βασίλη Τσιάμη.

Οι «54 ημέρες. Η πολιορκία και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης», από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν είναι απλώς ακόμα ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι αυτούσια καταγραφή της ιστορίας, ένα μοναδικό χρονικό της πολιορκίας, δοσμένο με γλαφυρότητα και λογοτεχνική δεξιοτεχνία, μέσα από το οποίο ξεπηδούν μορφές, προσωπικότητες, αφανείς ήρωες και αδίστακτοι συνωμότες. Ένα ψυχογράφημα των πρωταγωνιστών της πολιορκίας και της Άλωσης της Πόλης, με τα κίνητρα και τις σκέψεις τους, την εσωτερική τους πάλη και τη συναισθηματική τους σύγκρουση, τις θυσίες, τις ηρωικές αποφάσεις και τις κατάπτυστες προδοσίες τους.

Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης κάνει μια βουτιά στα πιο βαθιά και ανεξιχνίαστα νερά της ιστορικής εκείνης περιόδου. Ταξιδεύει με μια χάρτινη μηχανή του χρόνου στα μέσα του 15ου αιώνα, περιπλανιέται στα στενά και τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, την περπατά σπιθαμή προς σπιθαμή και γεύεται τα εδέσματά της και μυρίζει τις ευωδίες της. Παράλληλα, μαζί με τους ήρωες του μυθιστορήματος, έρχεται σε επαφή με τις σκοτεινές πλευρές της, περιφέρεται στις κακόφημες γειτονιές της, ζει το δράμα μιας αιώνιας πόλης που ξέρει τη μοίρα της και την καρτερά στωικά.

Πώς εάλω η Πόλις; Γιατί βρέθηκαν μόλις 4.983 υπερασπιστές για τη σπουδαιότερη πόλη ανά τους αιώνες; Γιατί ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – Δραγάσης επέλεξε τον δρόμο της αυτοθυσίας, σε μια μάχη εξαρχής χαμένη; Γιατί οι μισητοί για τους ορθόδοξους Λατίνοι ήταν αυτοί που όρθωσαν το ανάστημά τους και χάρισαν τη ζωή τους στα τείχη της Πόλης-σύμβολο της χριστιανοσύνης;

Έπειτα από μια έρευνα σχεδόν 35 χρόνων, που απλώνεται σε ελληνική, σλαβική και τουρκική βιβλιογραφία, ο Βασίλης Τσιάμης γράφει ένα βιβλίο ζωής, ένα μυθιστόρημα-κατάθεση ψυχής, που αξίζει όχι μόνο να διαβαστεί, αλλά να γίνει εργαλείο διδασκαλίας, ερέθισμα περαιτέρω έρευνας και αφορμή δημοσιογραφικής και ιστορικής αναζήτησης για την αλήθεια.

«54 Ημέρες. Η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης»: Οι πρωταγωνιστές και οι αφανείς ήρωες

Μέσα από τις περίπου 600 σελίδες του βιβλίου, ζωντανεύουν ιστορικές μορφές, παίρνουν σάρκα και οστά άγνωστοι και ξεχασμένοι ήρωες, που μέσα από τις πράξεις και την αυτοθυσία τους γίνονται σύμβολα γενναιότητας, ανδρείας, εντιμότητας και ηθικής. Ο επικεφαλής της άμυνας και ψυχή της υπεράσπισης της Πόλης, Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο ατρόμητος και ανίκητος Μιχαήλ Ραγκαβέ, οι γενναίοι αδερφοί Μποκιάρντι, ο περήφανος Δον Φρανθίσκο ντε Τολέδο, ο Ιωάννης Δαλμάτης, ο πολυμήχανος Γερμανός μηχανικός Γιοχάνες Γκραντ, ο κορυφαίος τοξοβόλος Καρίστο, ο ναύαρχος Φλαντανελλά, ο Τζιάκομο Κόμο, ο Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο και τόσοι άλλοι που στάθηκαν στο πλευρό του Αυτοκράτορα και υπερασπίστηκαν λυσσαλέα την Κωνσταντινούπολη.

- Διαφήμιση -

Και από την άλλη, ο αδίστακτος, αλλά με απαράμιλλα προσόντα, νεαρός σουλτάνος Μεχμέτ Β’, με τους 120.000 Γαζήδες του. Ένας αιμοσταγής και πολεμοχαρής λαός, με αρχηγό ένα νεαρό και φιλόδοξο σουλτάνο, που γεννήθηκε και ανδρώθηκε με το όνειρο κάθε Οθωμανού: να γευτεί το «Μεγάλο Μήλο», να μπει θριαμβευτής και πορθητής στην ομορφότερη Πόλη του κόσμου.

Ο συγγραφέας προσφέρει μια σπουδαία προσωπογραφία του σουλτάνου, βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, επιχειρεί με μοναδικό τρόπο και καταφέρνει αριστουργηματικά να σκιαγραφήσει τη σκοτεινή προσωπικότητά του. Την ευγένεια και την αδιόρατη ειρωνεία του στις συζητήσεις του, τις μειλίχιες σκέψεις του, τις αγωνίες και τις διαστροφές του, τη μοχθηρότητα και τη σκληρότητα του χαρακτήρα του.

Η θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και η ομορφότερη Πόλη του κόσμου

Μία, όμως, είναι η μορφή που αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, με όλη την τραγικότητα που τη συντροφεύει θαρρεί κανείς από τη γέννησή του ακόμα. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η αυτοθυσία του συγκλονίζουν τον αναγνώστη, που νιώθει πως μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του αυτοκράτορα τις ώρες της εσωτερικής πάλης που γίνεται μέσα του. Ξέρει τη μοίρα του, την έχει αποδεχθεί, γνωρίζει καλά ότι η ιστορία δεν θα τον ανταμείψει με τις δάφνες δόξας που στεφανώνει τους νικητές. Έχει πάρει την απόφασή του, μιαν απόφαση που ακόμα και σήμερα φαίνεται ακατανόητη και παρανοϊκή, για εκείνον όμως είναι μονόδρομος: πρέπει να σταθεί μπροστά στα τείχη, μόνος του αυτός απέναντι σε χιλιάδες Οθωμανούς, να πολεμήσει μέχρι το τέλος για να μη χαθεί ο Ελληνισμός. Να μην αφανιστεί το γένος, να μη συνθηκολογήσει κι αυτός μαζί με την ορθόδοξη και καθολική Εκκλησία, οι οποίες, μέσα στο μίσος του Σχίσματος αποφάσισαν να ενωθούν και να «συμμαχήσουν» στην απραξία και τη λιποταξία.

Όσο τελειώνουν οι σελίδες του βιβλίου, η κορύφωση του δράματος και η συγκινησιακή φόρτιση του συγγραφέα παρασύρουν τον αναγνώστη, τον κάνουν κοινωνό της δραματικότητας. Κλιμακώνεται η ένταση, το λογοτεχνικό ύφος ανεβαίνει επίπεδα και η ζωντάνια του κειμένου προσομοιάζει τη «δι’ ελέου και φόβου κάθαρσιν» της αρχαίας τραγωδίας.

Διαβάζουμε: «Ο γενίτσαρος δεν του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα παρά μόνο τον προσπέρασε. Το αφιονισμένο εχθρικό πλήθος τον αγνόησε, η προσμονή του πλιάτσικου τους έκανε βιαστικούς. Σωριάστηκε στο έδαφος. Χιλιάδες πόδια συνέθλιψαν το σώμα του. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα πια. Με δυσκολία ανέπνεε. Τα βλέφαρά του βάρυναν, τα μάτια του θόλωσαν από το αίμα. Δεν σταματούν να έρχονται, σκέφτηκε. Ποτέ δεν θα σταματήσουν. Η αναπνοή του δυσκόλεψε. Ολόκληρο το σώμα του είχε μουδιάσει. Ένα κύμα ψύχρας τον κατέκλυσε. Κι έπειτα, η Κωνσταντινούπολη έσβησε για πάντα από τον νου του».

Όλα αυτά με φόντο την Κωνσταντινούπολη. Τη Βασιλεύουσα. «Μπροστά της όλες οι μεγάλες πόλεις φαντάζουν χωριά. Το μεγαλείο της Ιερής Πόλης μόνο στους ουρανούς μπορεί να το βρει κανείς. Οι δρόμοι της άλλοτε ανηφορίζουν κι άλλοτε κατηφορίζουν, άλλοτε φιδογυρίζουν κι άλλοτε στρίβουν απότομα, στενεύουν απροειδοποίητα και μεταμορφώνονται σε σκαλιά και στη συνέχεια απλώνονται πάλι ευρύχωροι και εντυπωσιακοί. Λόγω του μεγέθους της μοιάζει σαν πόλη στην οποία δεν επικρατεί καμία τάξη, καμία λογική, αλλά είναι τόσο αρμονικά αναπτυγμένη. Η Κωνσταντινούπολη αιφνιδιάζει τον επισκέπτη της και την ίδια στιγμή κρατά διαρκών σε εγρήγορση και τον μόνιμο κάτοικό της», γράφει ο Βασίλης Τσιάμης.

- Διαφήμιση -